Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στηλοειδής
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στηθίον
στηθιστήρ
στηθοδέσμη
στηθοδέσμιον
στηθοδεσμίς
στηθόδεσμον
στηθόδεσμος
στηθοειδής
στηθομελής
στῆθος
στηθύνιον
στήκω
Στῆλαι
στήλη
Στήλη
στήληκα
στηλήτης
στηλῆτις
στηλίδιον
στηλίον
στηλίς
στηλίτευμα
στηλίτευσις
στηλιτευτικός
στηλιτεύω
στηλίτης
στηλῖτις
στηλοβάτης
στηλογραφέω
στηλογραφία
στηλοειδής
στηλοκόπας
στηλοκοπέω
στηλοκόπης
στηλοκόπος
στηλουργός
στηλοῦχος
στηλόω
στηλύδριον
στήλωμα
στήλωσις
στῆμα
στημαγορίς
στημάτιον
στῆμεν
στήμεναι
στημίον
στημνίον
στήμνιος
στημονάριον
στημονητικός
στημονίας
στημονίζομαι
στημονικός
στημόνιον
στημόνιος
στημονονητικός
στημονοφυής
στημονώδης
στημορραγέω
στήμων
…
στηλοειδής
Save
LSJ
Pape
στηλο-ειδής, ές, v.l. for στυλοειδής.
στηλοειδής
, ές,
säulenartig
, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}