Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στῆμεν
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Στήλη
στήληκα
στηλήτης
στηλῆτις
στηλίδιον
στηλίον
στηλίς
στηλίτευμα
στηλίτευσις
στηλιτευτικός
στηλιτεύω
στηλίτης
στηλῖτις
στηλοβάτης
στηλογραφέω
στηλογραφία
στηλοειδής
στηλοκόπας
στηλοκοπέω
στηλοκόπης
στηλοκόπος
στηλουργός
στηλοῦχος
στηλόω
στηλύδριον
στήλωμα
στήλωσις
στῆμα
στημαγορίς
στημάτιον
στῆμεν
στήμεναι
στημίον
στημνίον
στήμνιος
στημονάριον
στημονητικός
στημονίας
στημονίζομαι
στημονικός
στημόνιον
στημόνιος
στημονονητικός
στημονοφυής
στημονώδης
στημορραγέω
στήμων
στῆναι
Στήνια
στήνιον
στηνίον
στηνιῶσαι
στῆνος
στήομεν
στῆρ
στήριγμα
στηριγμοθέτης
στηριγμός
στῆριγξ
στηρίζω
στηρικτέον
…
στῆμεν
Save
Grieks Nederlands
στῆμεν, στήμεναι
ep. inf. stamaor.
van
ἵσταμαι (ἵστημι).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}