Σωσικράτης Save Σωσικράτης, Sosicrates Bailly 2024 Σωσι·κράτης, ους, voc. Σωσίκρατες (ὁ) [ῐᾰ] Sosikratès, h. Anth. 5, 113. Étym. σῴζω, κράτος.