σώσανδρον Save LSJ Bailly 2024 σώσανδρον, τό, = δελφίνιον, Ps.-Dsc. 3.73. σώσ·ανδρον, ου (τὸ) c. δελφίνιον, Diosc. Noth. 3, 185. Étym. σῴζω, ἀνήρ.