σωρότερος
σωρότερος, large cup
σωρότερος, ὁ,
- large cup, PLond. 1821.360; also fem., σωροτέρην ἀτάνυς σον ἐμοὶ παλάμῃφιν ἑάων Dioscorus in PLit.Lond. 98 ii 14 (dub.).