Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σωσίβιος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σωρευτής
σωρευτικός
σωρευτός
σωρεύω
σωρηδόν
σῶρι
σωρικός
Σῶριξ
σωρίτης
σωριτικός
σωριτικῶς
σωρῖτις
Σωρκανός
Σωρνάτιος
σωροβόλιον
σωροειδής
σωρός
σωρότερος
σῶρυ
σῶς
Σώσανδρα
σώσανδρον
Σώσανδρος
σωσάνιον
Σώσαρχος
Σωσθένης
σῶσι
Σωσιάδας
Σωσίας
σωσίβιοι
σωσίβιος
Σωσίβιος
Σωσιγένης
Σωσίθεος
Σωσικλέης
Σωσικλῆς
σωσίκοσμος
Σωσικράτης
Σωσιμένης
Σωσίνομος
σωσίοικος
Σωσίπατρος
σωσίπολις
Σώσιππος
Σωσίπτολις
Σῶσις
Σωσίστρατος
Σωσιτέλης
Σωσιφάνης
Σῶσος
Σῶσπις
σωστέον
σωστέος
σώστης
σωστικός
σωστός
σῶστρα
Σωστράτη
Σωστρατίδης
Σώστρατος
σῶστρον
…
σωσίβιος
Save
Pape
σωσίβιος
,
das Leben rettend, erhaltend
, Hesych., s. nom. pr.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}