Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Τιμώνιον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τιμολεόντειον
Τιμολέων
Τιμόλυτος
Τιμόμαχος
Τιμονόη
Τιμόνοος
Τιμόξεινος
Τιμοξένα
Τιμόξενος
τιμόπτολις
τῖμος
Τιμοσθένης
Τιμόστρατος
τιμοῦς
τιμουχέω
τιμουχία
τιμούχιον
τιμοῦχος
Τιμοφάνης
Τιμοχάρης
Τιμόχαρις
τιμόω
Τιμώ
τιμωλίτης
Τιμῶλος
Τίμων
Τιμῶναξ
Τιμώνασσα
Τιμώνειος
Τιμωνίδης
Τιμώνιον
τιμώνιον
τιμωρέω
τιμώρημα
τιμωρησείω
τιμώρησις
τιμωρητέον
τιμωρητέος
τιμωρητήρ
τιμωρητής
τιμωρητικός
τιμωρητικῶς
τιμωρία
τιμωρίζω
τιμωρός
τίν
τίνα
τίναγμα
τιναγμός
τινάκτειρα
τινάκτης
τινακτοπήληξ
τινάκτρια
τινάκτωρ
τινάσσω
τίνη
τινθαλέος
τινθός
τινθυρίζω
τίννυμι
τιννύω
…
Τιμώνιον
Save
LSJ
Τῑμώνιον, τό,
a Timonʼs,
i.e.
a misanthropeʼs, dwelling,
Str.
17.1.9.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}