τινάκτειρα
τινάκτειρα, a shaker
τῐνάκ-τειρα, ἡ (τινακτήρ not being in use),
- shaker, γῆς τινάκτειρα νόσος, of Poseidonʼs trident, A. Pr. 924.
τινάκτειρα, ας [ῐ] adj. f. qui ébranle, gén. Eschl. Pr. 924.
Étym. τινάσσω.
τινάκτειρα, ἡ, fem. zu τινάκτης ; τρίαινα γῆς τιν. Aesch. Prom. 926.
τινάκτειρα
τῐνάκτειρα, ἡ,
τινακτήρ is not in use
- a shaker, τῆς τινάκτειρα νόσος, of Poseidonʼs trident, Aesch.