αὐτοσχεδά
αὐτο-σχεδά, v. αὐτοσχεδόν.
αὐτο·σχεδά, adv. c. αὐτοσχεδόν, Il. 16, 319.
αὐτοσχεδά, = αὐτοσχεδόν, Il. 16.319.
αὐτοσχεδά
= αὐτοσχεδόν.
From close at hand Il. 16.319.
αὐτοσχεδά = αὐτοσχεδόν.