About Report a problem

Menu

αὐτοσχεδιαστικός

αὐτοσχεδιαστικός, extemporaneous

αὐτοσχεδι-αστικός, ή, όν,
  • extemporary, Arist. Po. 1449a9:—also αὐτοσχεδι-αστός, όν, Alcid. Soph. 16, 17.

Saved

Recent