αὐτοσχεδιαστός Save DGE Bailly 2024 αὐτοσχεδιαστός -ή, -όν que se hace sin preparación, improvisado λόγοι Alcid.1.16, 17. αὐτοσχεδιαστός, ός, όν, c. le préc. Alcidam. p. 47 Bkk.