αὐχενιστήρ
αὐχενιστήρ, halter
αὐχεν-ιστήρ, ῆρος, ὁ
- , βρόχος αὐ. halter, Lyc. 1100; ligature for neck, Hippiatr. 10.
dogal
αὐ. βρόχος
τὸν δὲ τόπον περιβάλλειν αὐχενιστῆρι
αὐχενιστήρ, ῆρος (ὁ) ce qui serre le cou, licou, Lyc. 1100.
Étym. αὐχενίζω.
αὐχενιστήρ, βρόχος, Strick zum Erhenken, Lycophr. 1100.