αὐχητικός
αὐχ-ητικός, ή, όν,
- = αὐχήεις, Sch. Pi. O. 1.4. Adv. -ῶς Eust. 750.23.
1 jactancioso, orgulloso
τοὺς κεκτημένους αὐτὸν (τὸν πλοῦτον) αὐχητικοὺς καὶ ὑπερόπτας
2 adv. -ῶς jactanciosamente
αὐ. λέγων
αὐχητικός, prahlend, Sp.