αὐχητής
αὐχητής, boaster
αὐχ-ητής, οῦ, ὁ,
- boaster, blamed by Poll. 9.146.
jactancioso, fanfarrón
ἀπὸ ... τοῦ αὐχεῖν ... ῥητέον ὁ αὐχῶν, ὁ γὰρ αὐ. βίαιον
αὐχητής, boaster
jactancioso, fanfarrón
ἀπὸ ... τοῦ αὐχεῖν ... ῥητέον ὁ αὐχῶν, ὁ γὰρ αὐ. βίαιον