βαρύφλοισβος
βαρύφλοισβος, loud-roaring
βᾰρῠ-φλοισβος, ον,
- loud-roaring, γενέθλη Procl. H. 1.20.
de sordo rumor
μέγα κῦμα βαρυφλοίσβοιο γενέθλης
βαρύ·φλοισβος, ος, ον [ᾰ] qui gronde sourdement, Procl. H. Sol. 20.
Étym. β. φλοῖσβος.
βαρύφλοισβος, stark tosend, Sp.