βδελυρότης Save DGE βδελυρότης -ητος, ἡ asquerosidad διὰ τὴν βδελυρότητα βαπτίζεσθε πρὸ τοῦ ἀποκαθαρθῆν[αι Manes 83.11, cf. 81.19, 82.14.