βιαιότης
βιαιότης, violence
βῐαιότης, ητος, ἡ,
- violence, β. καὶ παρανομία Antipho 5.8, And. 4.10, cf. Lys. 23.11.
violencia
β. καὶ παρανομία
βιαιότης, ητος (ἡ) violence, Ant. 130, 16 ; And. 30, 17.
Étym. βίαιος.
βιαιότης, ητος, ἡ, Gewalttätigkeit, Antiph. 5.8 ; Andoc. 4.10 u. Folgde.