βοῦκος
βοῦκος, cow herd
βοῦκος, Dor. βῶκος (v.l.), ὁ,
- = βουκαῖος, Theoc. 10.38. (Perh. a pr. n.)
campesino Eust.962.12, Sch.Theoc.10.38 (cód.).
•DMic. qo-zo.
βοῦκος, dor. βῶκος, = βουκαῖος, Theocr. 10.38.
βοῦκος
= βουκαῖος, Theocr.