Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βουνίση
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Βούλων
βουμάμμα
βουμανές
Βουμάσανοι
βούμασθος
βούμαστος
βουμελία
βουμέλιος
βουμέτρης
Βουμίλχαρ
βουμολγός
βούμυκοι
Βούμυκος
Βούμωδος
Βοῦναι
βουναία
βουναῖος
Βούναρτις
Βουναρτίτης
Βούνας
βούνεβρος
Βούνειμα
βούνευρον
Βοῦνθον
βουνιάς
βουνίζω
Βούνικος
Βούνιμα
βούνιον
βοῦνις
βουνίση
βουνίτης
βουνίτης οἶνος
Βουνίτιον
Βούννιος
Βοῦννος
βουνοβατέω
Βουνογόρα
βουνοειδής
Βουνόμεια
βουνομέω
βουνομία
βούνομος
βουνόμος
βουνός
Βοῦνος
βουνώδης
Βούξεντον
βουὅα
Βουονόμαι
Βουουίνδας
βουόφθαλμος
βούπαις
Βουπάλειος
βουπάλης
βουπάλινα
βούπαλις
βουπαλίς
Βούπαλις
Βούπαλος
βούπαλος
…
βουνίση
Save
DGE
βουνίση
-ης, ἡ
n. de cierto
ingrediente
del garo
, Gal.14.547.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}