βουνοβατέω
βουνοβατέω, to walk the hills
βουνο-βᾰτέω,
- walk on or mount hills, πρῶνας AP 6.218 (Alc.).
subir, escalar
πρῶνας
βουνο·βατέω-ῶ, f. ήσω [ᾰ] parcourir les collines, Anth. 6, 218.
Étym. βουνός, βατός.
βουνοβατέω, Hügel besteigen, πρῶνας Alc. Mess. 8 (VI.218).
βουνοβατέω
βαίνω
- to walk the hills, Anth.