βρεφύλλιον
βρεφύλλιον, dim. of βρέφος ‘baby’
βρεφ-ύλλιον, τό, Dim. of βρέφος, Luc. Fug. 19, Eust. 565.50.
dim. de βρέφος niño pequeño, criatura
τὰ βρεφύλλια τὰ νεογνά
ὥσπερ τὰ βρεφύλλια τοὺς διδασκάλους δεδιότα
βρεφύλλιον, ου (τὸ) tout petit enfant, Luc. Fug. 19 ; D. mer. 9, etc.
Étym. βρέφος.
βρεφύλλιον, τό, dim. von βρέφος, Luc. Fugit. 19 u. öfter.