Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βρεῦκος
LSJ
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βρενθύνομαι
βρενθύομαι
βρένθυς
Βρέννος
βρενταί
Βρεντεσῖνος
Βρεντέσιον
βρέντιον
Βρέντος
βρέξις
βρέουιον
Βρεσσός
Βρετανίδες νῆσοι
Βρετανικός
Βρεταννία
Βρετανοί
βρέτας
Βρέτινα
βρέττανα
Βρεττανία
Βρεττανικός
Βρεττανίς
Βρεττανοί
Βρεττανός
Βρεττία
Βρεττιανή
Βρέττιος
Βρέττος
Βρεῦκοι
Βρευκόμαγος
βρεῦκος
Βρεῦνοι
βρεφικός
βρεφίον
βρεφόθεν
βρεφοκομέω
βρεφοκτονία
βρεφοκτόνος
βρεφόομαι
βρεφοπρεπής
βρέφος
βρεφοτροφεῖον
βρεφοτροφέω
βρεφοτρόφος
βρεφουργέω
βρεφοφανής
βρεφόω
βρεφύλλιον
βρεφώδης
βρεφωδῶς
βρέχμα
βρεχμός
βρεχού
βρέχω
βρεχώδης
βρῆγμα
βρήγνυμι
Βρησαγενής
Βρησαγένης
Βρήση
βρῆσσα
…
βρεῦκος
Save
LSJ
DGE
βρεῦκος, v. βροῦκος.
βρεῦκος
v.
βροῦχος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}