βρεφουργέω
engendrar, concebir en v. pas.
γυμνὸς βρεφουργεῖται
de Cristo
• fig.
αὐτὴ ἡ κατὰ τὴν ... πίστιν βρεφουργήσασά σε παλαιὰ νομοθεσία
engendrar, concebir en v. pas.
γυμνὸς βρεφουργεῖται
de Cristo
• fig.
αὐτὴ ἡ κατὰ τὴν ... πίστιν βρεφουργήσασά σε παλαιὰ νομοθεσία