βρεφοπρεπής
1 propio de un niño, infantil
ὅτιπερ νηπιῶδες ἂν εἴη καὶ β. ... περιπλανῆσαι
ἀντ' ἄλλης ... βρεφοπρεποῦς ὁμιλίας
2 adv. -ῶς de manera infantil
ἄγαν β. κομιζόμενοι
1 propio de un niño, infantil
ὅτιπερ νηπιῶδες ἂν εἴη καὶ β. ... περιπλανῆσαι
ἀντ' ἄλλης ... βρεφοπρεποῦς ὁμιλίας
2 adv. -ῶς de manera infantil
ἄγαν β. κομιζόμενοι