Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βόσμορος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Βορυζαῖος
βορύκνιον
βορύπαστον
βόρυς
Βορυσθενείτης
Βορυσθενεΐτης
Βορυσθένης
Βορυσθενίς
Βορυσθενίτης
Βόρχος
Βοσίραρα
Βοσιραρίτης
βόσις
βοσκάδιος
βοσκάς
βόσκας
Βοσκέθ
βοσκεών
βοσκέων
βοσκή
βόσκημα
βοσκηματώδης
βόσκησις
βοσκητέον
βοσκητέος
βοσκήτωρ
βοσκός
Βοσκύπταιχμος
βόσκω
βόσμορον
βόσμορος
Βοσόρ
Βόσπαρα
Βοσπορανοί
Βοσπορηνοί
Βοσποριανός
Βοσπόριος
Βοσπορίτης
Βοσπόριχος
βόσπορον
Βόσπορος
βόσπορος
Βόσσος
Βόστρα
Βοστρηνός
βόστρυξ
βοστρυχηδόν
βοστρυχιδῆ
βοστρυχίζω
βοστρύχιον
βοστρυχίτης
βοστρυχοειδής
βόστρυχον
βοστρυχόομαι
βόστρυχος
βοστρυχόω
βοστρυχώδης
βοστρυχωδῶς
βοστρύχωμα
βοτά
βοτάμια
…
βόσμορος
Save
Pape
βόσμορος
, ὁ,
eine Getreideart
, Strab. XIII.690, 692.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}