Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Βόσσος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βόσις
βοσκάδιος
βοσκάς
βόσκας
Βοσκέθ
βοσκεών
βοσκέων
βοσκή
βόσκημα
βοσκηματώδης
βόσκησις
βοσκητέον
βοσκητέος
βοσκήτωρ
βοσκός
Βοσκύπταιχμος
βόσκω
βόσμορον
βόσμορος
Βοσόρ
Βόσπαρα
Βοσπορανοί
Βοσπορηνοί
Βοσποριανός
Βοσπόριος
Βοσπορίτης
Βοσπόριχος
βόσπορον
Βόσπορος
βόσπορος
Βόσσος
Βόστρα
Βοστρηνός
βόστρυξ
βοστρυχηδόν
βοστρυχιδῆ
βοστρυχίζω
βοστρύχιον
βοστρυχίτης
βοστρυχοειδής
βόστρυχον
βοστρυχόομαι
βόστρυχος
βοστρυχόω
βοστρυχώδης
βοστρυχωδῶς
βοστρύχωμα
βοτά
βοτάμια
βοτάνα
βοτάνη
βοτανήαρσις
βοτάνηθεν
βοτανηφάγος
βοτανηφορέω
βοτανηφόρος
βοτανία
βοτανίδιον
βοτανίζω
βοτανικός
βοτάνιον
…
Βόσσος
Save
DGE
Βόσσος
-ου, ὁ
Boso
legado de Teodorico ante el emperador Mauricio, Phot.
Bibl
.30b20.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}