βοστρυχώδης
βοστρυχώδης, curly
βοστρῠχ-ώδης, ες,
- curly, γενειάς Philostr. VS 2.5.1.
1 rizado
γενειάς
ἕλικες
2
βοστρυχῶδες· τὸ [θάλπον ἢ] θάλλον
βοστρυχώδης, ης, ες [ῠ] bouclé, frisé, Philstr. 571.
Étym. βόστρυχος, -ωδης.
βοστρυχώδης, ες, lockenartig, geringelt, Philostr. vit.soph. 2.5.1.