γαλάνα Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape γᾰλ-άνα, γᾰλ-ᾱνός, Dor. for -ήνη, -ηνός. γαλαός, v. γάλις. γαλάνα v. γαλήνη. γαλάνα, v. γαλήνη. γαλάνα, dor. für γαλήνη.