γαλακτοφάγος
γαλακτοφάγος, milk-fed
γᾰλακτο-φάγος [φᾰ], ον,
- milk-fed, Str. 7.4.6, S.E. P. 1.56.
que se nutre de leche
Σκύθαι
ζῷα
γαλακτο·φάγος, ος, ον [γᾰφᾰ] qui se nourrit de laitage, Str. 311, Sext. P. 1, 36.
Étym. γάλα, φαγεῖν ; cf. γλακτοφάγος.
γαλακτοφάγος, Milch essend, Sext.Emp.; Schol. Il. 13.6 ; vgl. γλακτοφάγος.
γαλακτοφάγος
φαγεῖν
- milk-fed, Strab.