γαλακτοῦχος
γαλακτοῦχος, having
γᾰλακτ-οῦχος, ον, (ἔχω)
- having or sucking milk, Poll. 3.50.
γαλακτοῦχος, ος, ον [γᾰ] qui a du lait, Poll. 3, 50.
Étym. γάλα, ἔχω.
γαλακτοῦχος, Milch habend, säugend, Poll. 3.50.