Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
γαλανός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
γαλακτοπώλης
γαλακτορροέω
γαλακτορρυής
γαλακτόρυτος
γαλακτοτροφέω
γαλακτοτρόφησις
γαλακτοτροφία
γαλακτουργέω
γαλακτουργία
γαλακτουργός
γαλακτουχέω
γαλακτουχία
γαλακτοῦχος
γαλακτοφαγέω
Γαλακτοφάγοι
γαλακτοφάγος
γαλακτοφαής
γαλακτοφορέω
γαλακτοφορία
γαλακτοφόρος
γαλακτόχροα
γαλακτόχροες
γαλακτόχρως
γαλακτώδης
γαλάκτωσις
Γαλακώ
γαλαν
γαλάνα
γαλάνεια
Γαλάνεια
γαλανός
γάλαξ
γαλαξαῖος
Γαλαξαύρη
γαλαξήεις
γαλάξια
γαλαξία
γαλαξιαῖος
γαλαξίας
Γαλαξίδωρος
Γαλάξιον
Γαλάξιος
Γαλαξιών
γαλαποτίζω
Γαλαρία
γαλαρίας
Γαλαρῖνος
γάλας
Γάλας
Γαλάται
Γαλατάρχης
γαλατάρχης
Γαλατεία
Γαλάτεια
Γαλάτης
Γαλατία
Γαλατίας
Γαλατικός
Γαλατικῶς
γαλάτιον
Γαλάτις
…
γαλανός
Save
Pape
γαλανός
, [λᾱ], dor. für γαληνός.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}