γελοιασμός
γελοιασμός, jesting
γελοι-ασμός, ὁ,
- jesting, LXX Je. 31 (48). 27.
broma, burla
εἰ μὴ εἰς γελοιασμὸν ἦν σοι Ισραηλ
γελοιασμός, οῦ (ὁ) plaisanterie, Spt. Jer. 31, 27.
Étym. γελοιάζω.
γελοιασμός, ὁ, das Spaßmachen, LXX.