γελοιαστικός
γελοιαστικός, mirth-provoking
γελοι-αστικός, ή, όν,
- mirth-provoking, Eust. 1837.8.
cómico, divertido
τὸ γ. τοῦ Ἴρου καὶ τοῦ ξείνου ἐπεισόδιον
γελοιαστικός, spaßhaft, Eust.
γελοιαστικός, mirth-provoking
cómico, divertido
τὸ γ. τοῦ Ἴρου καὶ τοῦ ξείνου ἐπεισόδιον