γελοιώδης
γελοιώδης, ες,
- = γέλοιος II, Porph. Chr. 55, Procop. Arc. 23, Goth. 4.21, Sch. Ar. V. 564. Adv. -δῶς Id. Pl. 681, Hsch. s.v. ἀστείως.
I
1 de cosas y abstr. ridículo
τὸ διήγημα
τὸ γελοιῶδες τοῦτο τοῦ φόρου
esa ridiculez del impuestoμύθῳ ... γελοιώδει
γελοιώδεις λόγους καὶ σκώμματά τινα
ἐμοὶ ... ἀνακόλουθα ταῦτα καὶ γελοιωδέστατα φαίνεται
2 de pers. que hace reir, bromista
Αἴσωπος ... ὑποκριτὴς γελοιώδης
II adv. -ῶς
1 de manera ridícula
γ. εἴρηκεν
2 de modo agradable, divertido Hsch.
γελοιώδης, ες, = γελοῖος, Sp., wie Schol. Ar. Vesp. 566.