γελοποιός
1 divertido, hilarante
γ. καὶ ἐμβρόντητος θεῶν ἑστίασις
de los dioses paganos
2 subst. bufón
τῆς τῶν γελοποιῶν λύμης ... σαυτὸν ἀποσχοίνισον
1 divertido, hilarante
γ. καὶ ἐμβρόντητος θεῶν ἑστίασις
de los dioses paganos
2 subst. bufón
τῆς τῶν γελοποιῶν λύμης ... σαυτὸν ἀποσχοίνισον