γελοιότης
γελοιότης, absurdity
γελοιότης, ητος, ἡ,
- absurdity, Ath. 11.497f.
ridiculez
τῇ γελοιότητι τοῦ ὀνόματος προσπαίξας
γ. καὶ ἠλιθιότης
γελοιότης, ητος (ἡ) absurdité, Ath. 497f.
Étym. γέλοιος.
γελοιότης, ητος, ἡ, Lächerlichkeit, Ath. XI.497f.