γεντιάς
γεντιὰς ῥίζα, = foreg., Androm. ap. Gal. 14.41.
- 2 = γλυκύρριζα, Dsc. 3.5; = κενταύρειον τὸ μέγα ib. 6.
bot. genciana
ῥίζης ... γεντιάδος
γεντιάς, άδος (ἡ) c. le préc. Androm.
Étym. Gal.
γεντιάς, άδος, = γεντιανή, bei Galen.