γεωρυχία
γεωρυχία, excavation
γεωρῠχ-ία,
- excavation, IG 2.1055.27, Ael. NA 6.43.
excavación
τὴν δὲ γῆν τὴν ἐκ τῆς γεωρυχίας ... ἐξάγειν
μυρμήκων
• plu. minas
γεωρυχία, ας (ἡ) [ῠ] action de creuser la terre, El. N.A. 6, 43.
Étym. γεώρυχος.
γεωρυχία, ἡ, das Graben in der Erde, Ael. H.A. 6.43. – Mergelgrube, Inscr. 93.