Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
γνώομεν
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
γνωμηστός
γνωμίδιον
γνωμιδιώκτης
γνωμιδιώτης
γνωμικός
γνωμικῶς
γνωμοδοσία
γνωμοδοτέω
γνωμοδότης
γνωμοδότις
γνωμολογέω
γνωμολογητέον
γνωμολογία
γνωμολογικός
γνωμολογικῶς
γνωμολόγος
γνωμονεύω
γνωμονίζω
γνωμονικός
γνωμονικῶς
γνωμόνιον
γνωμοσύνη
γνωμοτυπέω
γνωμοτυπία
γνωμοτυπικός
γνωμοτύπος
γνωμοφθόρος
γνωμοφλυακέω
γνώμων
γνῶναι
γνώομεν
γνώπωνες
γνωρίζω
γνώριμος
γνωριμότης
γνωρίμως
γνώρισις
γνώρισμα
γνωρισμός
γνωριστέον
γνωριστέος
γνωριστήριον
γνωριστής
γνωριστικός
γνωριστός
γνωριῶ
γνῷς
γνώσεται
γνωσία
Γνωσίας
γνωσιγραφία
Γνωσίδημος
γνωσιδίκα
Γνωσίδικος
γνωσιμαχέω
γνωσιμαχία
Γνώσιππος
γνῶσις
Γνῶσις
γνώσκω
γνῶσμα
…
γνώομεν
Save
Bailly 2024
γνώομεν,
v.
γιγνώσκω,
fin
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}