γνωμολογικός
γνωμολογικός, sententious
γνωμο-λογικός, ή, όν,
- sententious, τὰς τελευτὰς γ. ποιεῖσθαι Arist. Rh.Al. 1439a5, Demetr. Eloc. 9. Adv. -κῶς Theon Prog. 5.
1 sentencioso
δεῖ ... γνωμολογικὰς τὰς τελευτὰς ποιεῖσθαι
ἔστι γὰρ καὶ ἀποφθεγματικὸν ἡ βραχύτης καὶ γνωμολογικόν
• neutr. subst. poema gnomológico
τούτων δέ ἐστι πραγματικά, ... γνωμολογικά, γεωργικά
2 adv. -ῶς sentenciosamente
προφέρονται δὲ αἱ μὲν γ., αἱ δὲ ἀποδεικτικῶς
de figuras ret.
γνωμολογικός, ή, όν, sentencieux, Arstt. Rhet. Al. 33, 3 ; D. Phal. 9.
Étym. *γνωμολόγος, v. le préc.
γνωμολογικός, zum Reden in Denksprüchen gehörig ; τὸ γ., = γνωμολογία, Sp.