γνωμικός
γνωμικός, normative
- normative (nisi leg. γνωμονικά), γ. ἁ φύσις ἁ τοῦ ἀριθμοῦ Philol. 11.
- 2 (γνώμη III.3), dealing in or suited to maxims, didactic, περίοδος Hermog. Inv. 4.3; τὰ γ. S.E. M. 1.278; τὸ γ. D.Chr. 52.17; σχῆμα γ. Sch. Od. 15.74. Adv. -κῶς Phld. Hom. p.15 O., Ath. 5.191e.
I
1 cognoscitivo
γνωμικὰ ... ἁ φύσις ἁ τῶ ἀριθμῶ
2 sentencioso
περίοδος
σχῆμα
• neutr. subst. τὸ γ. sentencia, máxima
οἷά ἐστι τὰ γνωμικὰ καὶ παραινετικά
τά τε μέλη οὐκ ἔχει πολὺ τὸ γ.
3 propio de la mente
op. φυσικός: γνωμικῆς γὰρ ταῦτα αἱρέσεως, οὐ φυσικῆς δυνάμεως
• espiritual
οὐ φυσικήν, ἀλλὰ γνωμικὴν νοοῦμεν συγγένειαν
II adv. -ῶς
1 sentenciosamente
φάναι
2 a voluntad
ὁ θεὸς λόγος γ. δύναται ἑνωθῆναι τῇ κτιστῇ φύσει, φυσικῶς δὲ οὐ δύναται