γυναικοειδής
γῠναικο-ειδής, ές, = γυναικώδης, Sch. Ar. Nu. 289.
de aspecto de mujer
γυναικοειδεῖς ... καὶ ἐκτεθηλυμμένοι
γυναικοειδής, ές, = γυναικώδης, Schol. Ar. Nub. 288.
de aspecto de mujer
γυναικοειδεῖς ... καὶ ἐκτεθηλυμμένοι