γυναικόδουλος
peyor. esclavo de las mujeres
τοὺς ... γυναικοδούλους ... ὡς ἀνδράποδα περιφέρουσιν αἱ γυναῖκες
γυναικό·δουλος, ου (ὁ) [ῠ] esclave des femmes, efféminé, Chrys. 2, 399 ; 6, 220.
Étym. γ. δοῦλος.
γυναικόδουλος, ὁ, Weibersklave, Sp.