δεσμίς
δεσμ-ίς, ίδος, ἡ,
- = δέσμη, Hp. Mul. 1.78, Thphr. HP 9.16.2.
1 manojo, puñado
μίνθης δ. σμικρή
τῶν πράσων ὅσον δεσμίδα τρίψας ἐν οἴνῳ
(δικτάμνου)
2 venda o banda
σφίγγε τὸ στῆθος δεσμίδι
δεσμίς, ίδος (ἡ) c. δεσμή ou δέσμη, Hpc. 626, 20 et 26 ; Th. H.P. 9, 16, 2.
δεσμίς, ίδος, ἡ, dim. zu δεσμή, Hippocr. Theophr.