Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δεσμοφυλακέω
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δέσκαλος
δέσμα
δεσμά
δεσμάτιον
δέσμευσις
δεσμευτήριον
δεσμευτής
δεσμευτικός
δεσμεύω
δεσμέω
δέσμη
δεσμή
δέσμημα
δέσμησις
δεσμίας
δεσμίδιον
δεσμίης
δέσμιον
δέσμιος
δεσμίς
δεσμόβροχος
δεσμολύτης
δεσμολύτις
δεσμόλυτον
δεσμόλυτος
δεσμόν
δεσμός
δεσμότριχον
δεσμοφυλακεία
δεσμοφυλάκειον
δεσμοφυλακέω
δεσμοφυλακία
δεσμοφυλάκιον
δεσμοφύλαξ
δεσμόω
δέσμωμα
δεσμωτήριον
δεσμωτήριος
δεσμώτης
δεσμωτικός
δεσμῶτις
δεσπόζω
δέσποινα
δεσποινικός
Δεσποσιοναῦται
δεσποσιοναῦται
δεσπόσιος
δέσποσμα
δεσποστής
δεσποστός
δεσποσύνη
δεσπόσυνος
δεσπότας
δεσποτεία
δεσπότειος
δεσπότειρα
δεσποτεύω
δεσποτέω
δεσπότης
δεσποτίδιον
δεσποτικός
…
δεσμοφυλακέω
Save
DGE
δεσμοφυλακέω
vigilar la prisión
,
ser carcelero
,
PCair.Zen
.354.11 (III a.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}