Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δήκοτε
Bailly 2024
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Δηϊονεύς
Δηϊονίδης
Δηϊόπεια
Δηϊόπη
Δηϊοπίτης
δήϊος
Δηϊόταρος
Δηιοτεριανή
δηϊοτής
δηϊοῦσα
Δηϊοφόντης
Δηΐοχος
δηϊόω
Δηιπύλη
Δηΐπυλος
Δηΐπυρος
δηΐς
Δηιφόβη
δηϊφόβος
δηΐφοβος
Δηΐφοβος
Δηΐφονος
Δηιφόντης
δηΐω
Δηϊών
Δηΐων
Δηϊώνη
δήκ-
δηκόκτα
δήκοκτος
δήκοτε
δηκτήρ
δηκτήριος
δήκτης
δηκτικός
δηκτός
δήκω
δηλάβρα
δηλαδή
δηλαίνουσι
δηλαίνω
δηλαϊστός
δηλάτωρ
δηλατώρευσις
δηλατωρεύω
δηλατωρία
δηλαυγής
δηλαυγῶς
δηλέομαι
δηλέω
δήλη
δηληγατεύω
δηληγατίων
δηληγάτωρ
δηλήεις
δηληθήσονται
δήλημα
δηλήμων
δηλήσιμος
δήλησις
δηλητήρ
…
δήκοτε
Save
Bailly 2024
Grieks Nederlands
δήκοτε,
v.
δήποτε
.
δήκοτε
Ion.
voor
δήποτε.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}