διυποπτεύω Save διυποπτεύω, dissimulate LSJ DGE διυποπτεύω, dissimulate (?), Zos.Alch. p.208 B. διυποπτεύω disimular τὰ ἄλλα πάντα ... τῷ λόγῳ Zos.Alch.208.7.