διαρτύω
διαρτύω, dress, prepare
διαρτύω,
- dress, prepare: metaph., πλάσις εἰς τὴν τῶν πολεμίων ἀπάτην διηρτυμένη Eun. Hist. p.248 D.
diseñar, preparar
πλάσις εἰς τὴν τῶν πολεμίων ἀπάτην διηρτυμένη
• preparar, aderezar
μυρεψικὸν δὲ οἶνον καλεῖ τὴν τῇ θείᾳ χάριτι διηρτυμένην διδασκαλίαν
δι·αρτύω (pf. pass. part. fém. διηρτυμένη) c. le préc. Eun. Exc. p. 82, 12 Nieb.