διαρρυπτικός
διαρρυπτικός, cleansing
διαρρυπτικός, ή, όν,
- cleansing, φάρμακα Gal. 11.744.
limpiador
τῶν μειζόνων πόρων
ref. a medicamentos
διαρρυπτικός, ή, όν, détersif, Gal. 13, 70.
Étym. διαρρύπτω.
διαρρυπτικός, reinigend, Galen.