διάρρους
διάρρους, passage, channel
διάρρους, ου, ὁ,
- passage, channel, D.S. 13.47, Str. 4.1.2, Sch.Il. Oxy. 221i17.
1 salida, desagüe
διαλείπων διάρρουν πλάτος ποδός
2 canalillo o conducción de agua, canalización
τοὺς διάρρους τοὺς ἐν τῷ θεάτρῳ
ξυλίνας τοῖς διάρροις ἀπέστησαν γεφύρας
διάρρους ἔχουσαι πλωτούς
διάρρους, ὁ, Durchfluß, Strab. IV.1.2 ; DS. 13.47.